Μια συντροφιά μασκαράδες εβγήκανε με πιάτα γιομάτα μιστόπητα, (μουσταλευριά ξερή), κ' εφαινότουνε πως από καλοσύνη τους, ηθέλανε να φιλέψουνε τον λαόν. Ο λαός έτρεξε, καθένας εκαμπύλωνε το δάχτυλό του, εβούταε κ' έχαφτε. Μα δεν αργήσανε να τραβηχτούν κατά μέρος, και ντροπιασμένοι, να ξεράσουνε. Η μιστόπητα εκείνη δεν ήτανε όλη μιστόπητα. Απ' όξου, ναί, το κουλούμι ήτανε πετσομένο με μιστόπητα μα μέσαθε ήτανε κάτι άλλο πράμμα πολύ δυσάρεστο...
Λαέ απατημένε, άμποτε τα πράμματα νάλθουνε σε τρόπο, που να μη πληρώσεις ποτέ την ποινή της απάτης σου. Αλλ' αν ευρεθείς υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσεις τα όσα έχαψες, θελ' ιδείς τότε, εξετάζοντας ένα-ένα πως δεν ήταν όλα μιστόπητες.
Ανδρέας Λασκαράτος
από το "Ο λαός και οι καταχθόνιοι" από το βιβλίο "Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς"
